Κάθε ανάμνηση που έχει αρχειοθετηθεί στη μνήμη μπορούμε με ένα παιχνίδι του μυαλού να δώσουμε ένα χρώμα. Αν αυτό που ζήσαμε ήταν γλυκό θα το χρωματίζαμε με το ροζ ή το γαλάζιο. Αν ζήσαμε μια στιγμή πάθους το χρώμα που θα σκεφτόμασταν θα ήταν χωρίς αμφιβολία το κόκκινο. Μια από όλες εκείνες τις αναμνήσεις θα ήταν σκοτεινές και άσχημες, τότε σίγουρα το χρώμα τους θα ήταν το μαύρο.
Ήρθε όμως η στιγμή που εκείνη η κοπέλα έζησε το απόλυτο κενό, έζησε για ένα μεγάλο διάστημα δίχως χρώμα στη ζωή της. Ότι κι αν ζούσε πέρναγε απαρατήρητο. Δεν το ήθελε, απλά συνέβαινε. Αν την ρώταγε κανείς κι αν μπορούσε έγκαιρα να το καταλάβει θα έβλεπε πως τώρα πια δεν θυμάται ούτε μια στιγμή από εκείνο το διάστημα. Άργησε να καταλάβει πως είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για την ζωή της. Όλα όσα ζούσε ήταν θολά, χωρίς χρώμα, εντελώς άψυχα. Δεν θα κατάφερνε να το καταλάβει μόνη της, αν μια σειρά γεγονότων δεν κατάφερνε να την ξυπνήσει.
Απλά καθημερινά πράγματα που έκανε παλιά και πλέον είχε αφήσει πίσω της, κατάφεραν να της χαρίσουν και πόλι χαρά. Μια μικρή βόλτα με τους φίλους της που τόσο καιρό είχε να δει, της θύμισε πως είναι να ζει. Εκστασιασμένη μες στους δρόμους της πόλης τραγούδαγε και χόρευε με τόση χαρά, ελεύθερη πια το μόνο πράγμα που σκεφτόταν ήταν ότι και πάλι ζούσε. Φώναζε γεμάτη χαρά, << πειράζει που θέλω να ζήσω>>; Δεν τη ενδιέφερε διόλου η εικόνα της. Καθόταν με ήρεμο πνεύμα και πάλι κρατώντας ένα μπουκάλι με αλκοόλ στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο. Τράβαγε το καπνό μέσα της και φύσαγε με τόση δύναμη, ζέσταινε όλο της το κορμί κάθε τζούρα καπνού. Κανένας φόβος πια, κανένας δισταγμός.
<<Είμαι αυτή που θέλω να είμαι, έτσι είμαι πραγματικά, έτσι μου αρέσει να ζω. Θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω>>!
<<Είμαι αυτή που θέλω να είμαι, έτσι είμαι πραγματικά, έτσι μου αρέσει να ζω. Θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω>>!
Ζαλισμένη πια, μη γνωρίζοντας από τι, από το ποτό, από τη χαρά, γυρίζει σπίτι της. Το βράδυ εκείνο δεν έπρεπε να τελειώσει και μόνη πλέον, με δάκρυα στα μάτια έλεγε και ξανά έλεγε πόσο της είχες λείψει να ζει, πόσο πολύ της είχε λείψει να ζει κάθε λεπτό με τους ανθρώπους που αγαπούσε τόσο και είχε χάσει για καιρό. Όλο υποσχέσεις γέμιζε το μυαλό της, πράγματα που ήθελε να κάνει, πράγματα που ήθελε να ζήσει με εκείνους τους ανθρώπους, που δεν ήθελε με τίποτα να χάσει από την ζωή της! Σε δυο λόγια που τους έγραψε τους έλεγε και τους ξανά έλεγε πόσο πολύ τους αγαπούσε και πόσο πολύ της είχαν λείψει. Μια κουβέντα έκλεισε εκείνη την βραδιά που τόσο την ταρακούνησε, <<δεν θα αφήσω ποτέ, τίποτα να με κάνει να ξανά ξεχάσω, τίποτα δεν θα μου στερήσει το δικαίωμα να ζω>>.