Η βροχή ήταν δυνατή και ασταμάτητη,
είχαν πλημμυρίσει οι δρόμοι, τα όνειρα και οι ζωές μας.
Ο φόβος είχε κυριεύσει κάθε ανθρώπινο νου.
Παράνοια, τρέλα, κραυγές ακούγονταν από παντού,
κλάματα μωρών, τρεχαλητό στους δρόμους,
τα νερά έμπαιναν στα σπίτια μας, στους
πνεύμονες μας,
δεν μπορώ να αναπνεύσω, βοήθεια!
Χάνω τις αισθήσεις μου, δεν υπάρχει
κανείς εκεί κοντά,
πνίγομαι…
Μέσα στο χάος που επικρατεί διακρίνω μια σκιά
κάποιος με σηκώνει, με κρατά στα χέρια του.
Δεν έκανα καμία κίνηση, είχα αισθανθεί ήδη καλύτερα.
Προχωρά, που πηγαίνει;
Φωνάζω, αρχίσω να χτυπιέμαι, «άφησε με, άσε με».
Ενοχλήθηκε, το ένιωσα, με παράτησε στην άκρη του δρόμου,
συνέχισε την πορεία του. Σηκώθηκα να τον ακολουθήσω…
Στάσου, φώναξα. Δεν γύρισε όμως.
«Στάσου, σε θυμάμαι».
και πάλι άδικος κόπος, ίσως τον πρόσβαλα. Συνέχισε το δρόμο του.
Σκοτάδι παντού και τα νερά πλέον έφταναν ως το γόνατο.
Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα μας
και η υγρασία πια σκότωνε τους άστεγους
της γειτονίας.
Γύρισα πίσω στο σπίτι, δεν μπορούσα να το αφήσω, θα χάνονταν όλα,
έπρεπε να τα προλάβω, να τα καταστρέψω όλα εγώ, πριν νιώσω τον πόνο,
τον αποχωρισμό.
Αστράφτει, βροντά λένε θα κοπάσει για λίγο η βροχή.
Μας είχε απομείνει μια σταγόνα υπομονής και την εξαντλήσαμε
περιμένοντας τάχα να σταματήσει η ακούραστη αυτή καταιγίδα.
Μάταια…
Γονείς μάζευαν ότι μπορούσαν, ότι
μπορούσαν να σώσουν,
έπαιρναν παραμάσχαλα τα παιδία και το ‘βαζαν στα πόδια.
Μια φωνή, προσπαθούσε να βγει, οι λυγμοί την έπνιγαν,
κάπου καταφέρνει να πει «δειλοί, μην εγκαταλείπετε, παλέψτε, δειλοί»
το κλάμα την πρόλαβε, δεν κατάφερε να πει άλλη λέξη.
Η στάθμη του νερού ανέβαινε όλο και
πιο πολύ,
κόσμος δεν άντεχε, πέθαινε,
κουφάρια τα κορμιά τους,
επέπλεαν πια στα στενά δρομάκια της
περιοχής.
Πανικός πια δεν υπήρχε,
μια σκοτεινή και τόσο επίμονη σιωπή κάλυψε το μυαλό μας.
Απομείναμε λίγοι, ήμασταν πια άδειοι, κενό.
καρδιά, μυαλό, κενά, λέξη δεν ξεστόμισε κανείς.
Μόνο στο βλέμμα πια υπήρχαν όλα, η απογοήτευση, ο πόνος, η αγανάκτηση.
Μόνοι πια… Οι δείκτες του ρολογιού λες και μετρούσαν αντίστροφα,
μετρούσαν τις ώρες, τα λεπτά που θα παραμείνουμε ζωντανοί.