Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

το παραμύθι...

   Κάποτε σαν ήμουν πολύ μικρή, θυμάμαι η γιαγιά μου είχε πει μια ιστορία. Δεν είχα καταλάβει τι ήθελε να μου μάθει, δεν καταλάβαινα καν τι εννοούσε. Ακόμη θυμάμαι πως όταν τη ρώτησα τι εννοεί, πως μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, ευχή και κατάρα μου έδωσε ποτέ να μην καταλάβω, ποτέ να μην νιώσω έτσι. Μεγαλώνοντας η ιστορία αυτή ερχόταν στο μυαλό μου όλο και πιο συχνά.
   Η ιστορία πήγαινε κάπως έτσι...Μια γυναίκα ώριμη σε ηλικία, ώριμη και στο μυαλό, ζούσε κάποτε με την οικογένεια της, ήρεμα και πολύ ήσυχα. Έφτασε όμως μια εποχή που το σπίτι της ήταν πια άδειο. Κανέναν δεν είχε να την περιμένει καθώς εκείνη γυρνούσε από την καθημερινή βόλτα στο μανάβη, στα ψώνια ή ακόμη στην βόλτα γύρω από το τετράγωνο. Επινοούσε κάθε μέρα μια γεμάτη μέρα με δουλείες, με τρεξίματα, όπως θυμάμαι μου είχε πει η γιαγιά. Το πρωί ξυπνούσε και έτρεχε να προλάβει να κάνει τις δουλείες του σπιτιού, να πλύνει, να μαγειρέψει, να τακτοποιήσει. Καθώς οι ώρες περνούσαν δεν σκεφτόταν πως λόγος για να τρέχει δεν υπήρχε. Η νύχτα που ερχόταν γινόταν η καταστροφή της, ήταν η μόνη στιγμή στην μέρα που καθόταν, που σκεφτόταν. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει το σώμα και το πνεύμα της, έτρεχε νευρική στο κλεισμένο από παντού δωμάτιο της. Η τρέλα την κυρίευε. Έφερνε στο μυαλό της εικόνες της οικογένειας, ταξίδευε με το νου, πήγαινε στα παιδικά της χρόνια. Ζούσε ξανά τις στιγμές εκείνες. Καθώς ξυπνούσε και αντίκριζε ξανά εκείνο το δωμάτιο, τρελαινόταν, φώναζε. ούρλιαζε, χτυπούσε τα χέρια της στους τείχους, μάτωνε.
   Το ξημέρωμα έφτανε, τότε εκείνη έβγαινε από το δωμάτιο, ντυνόταν, πλενόταν και ξεκινούσε την μέρα της και πάλι από την αρχή. Το βράδυ ερχόταν και εκείνη πάλι έπεφτε στην παγίδα του μυαλού της. Αυτό συνεχιζόταν μέρα με την μέρα. Ένα βράδυ μόνο κατάφερε να αποκοιμηθεί, κατάφερε ήρεμη χωρίς να σκεφτεί να κοιμηθεί, μετά από πολύ καιρό. Ήταν το βράδυ που σώθηκε για πάντα. Κοιμήθηκε δίχως να ονειρευτεί, δίχως να πονέσει, θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν νεκρή. Όμως δεν ήταν, εκείνο το βράδυ ήρθε σαν δώρο για να σώσει την γυναίκα αυτή από την καταστροφή. Το πρωί ένιωσε ένα χάδι, αυτό την ενεργοποίησε, άκουσε μέσα στον ύπνο της μια φωνή. "Μαμά, ξύπνα μαμά, έχεις αργήσει μαμά, ξύπνα, ξύπνα". Ήταν η κόρη της, πήγε να την ξυπνήσει, είχε αργήσει να σηκωθεί εκείνη τη μέρα για τις καθημερινές δουλειές.
   Η γυναίκα ξύπνησε έπιασε στην αγκαλιά της την κόρη της και ήταν αληθινή, ήταν εκεί δίπλα της. Η μέρα της ήταν και πάλι γεμάτη με δουλειές στο νοικοκυριό της. Το μεσημέρι όταν ήρθε η ώρα του γεύματος, ο άντρας της σχόλασε, η κόρη της ήταν εκεί. Ένα μεσημέρι όπως όλα τα άλλα. Το βράδυ έφτασε και πάλι, αυτή τη φορά την βρήκε ήρεμη. Κάθισε στον καναπέ αυτή τη φορά. Έβαλε τα κλάματα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Πώς επέστρεψαν ξαφνικά όλοι στη ζωή της; Πότε δεν ήταν μόνη της, κάθε μέρα ήταν όλοι εκεί, γύρω της, δεν είχε αλλάξει κάτι. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν η ίδια με τις προηγούμενες. Στην πραγματικότητα δεν ήταν μόνη, πάντα υπήρχαν τα ίδια άτομα γύρω της. Όμως τι είχε συμβεί και εκείνη δεν τους έβλεπε; Τι είχε προκύψει και το μυαλό της μέρα τη μέρα τρελαινόταν;
   Αυτό που είχε συμβεί σε εκείνη τη γυναίκα ήταν μοναξιά. Η μοναξιά είχε κυριεύσει την ψυχή της, το μυαλό της, έτσι δεν κατάφερνε να τους αντικρίσει. Ένιωθε μόνη, όμως στην πραγματικότητα περιστοιχιζόταν από ανθρώπους.
"Το πρόβλημα είναι η μοναξιά, κακό πράμα η μοναξιά, μπορεί να μας τρελάνει. Φέρνει δεινά στην ψυχή του ανθρώπου. Μην επιλέξεις ποτέ τον μοναχικό δρόμο κορίτσι μου, μην επιλέξεις τον δρόμο της μοναξιάς, να έχεις πάντα έναν συνεπιβάτη στο ταξίδι της ζωή. " Τα λόγια αυτά της γιαγιάς έκλειναν πάντα αυτή την ιστορία. 

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Μάτια μου μπλε, μάτια μου όμορφα.

Οι δρόμοι ανθισμένοι, άνοιξη θαρρείς την είπαν.
Το δρόμο σου ακολουθώ, με κλειστά μάτια πια,
αναγνωρίζω τη μυρωδιά σου, αφημένη στο διάβα σου,
καθώς διαπερνούσες εκείνο το μικρό δρομάκι που σε οδηγεί
στον επίγειο παράδεισο. 

Κάθε βήμα με φέρνει όλο και πιο κοντά στην ομορφιά,
στην ομορφιά σου μάτια μου.
Φτάνω πιο κοντά, κοντοστέκομαι,
βλέπω το κατ' ανθισμένο κήπο σου.
Είμαι μόνο μερικά βήματα μακρυά σου.
Πώς να αντισταθώ στα χτυπήματα της καρδιάς;
Επιταχύνω το βήμα μου.
Θέλω να προλάβω να σε δω, να προλάβω να δω τα όμορφα μάτια σου.

Είμαι πια δίπλα σου, δεν χρειάζομαι κάτι άλλο μάτια μου.
Η αγκαλιά σου, μου φτάνει.
Δύναμη νιώθω ξανά να πατήσω στα πόδια μου, να συνεχίσω να ζω. 
Στο παράδεισο βρίσκομαι, μέσα στην αγκαλιά σου, μετά από καιρό.
Στιγμή σα να μην πέρασε από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε.
Πόσο μου είχες λείψει δεν γνώριζες, μόνο τον πόνο στα μάτια μου είδες.
Άραγε κατάλαβες;

Μάτια μου μπλε, μάτια μου όμορφα, 
πόσο χάρηκα που είδα την αγάπη σου.
Ξέχασα κάθε αμφιβολία που είχα.
Κατάφερα για άλλη μια φορά να πάρω πίσω, 
κάθε λέξη που είχα ξεστομίσει.
Πώς όμως να μην το έκανα ξανά;
Αφού μόλις αντικρίζω την μορφή σου στο χώρο
χάνω τα λογικά μου.

Ανόητη ένιωσα για άλλη μια φορά,
πάλι δεν σε κατάλαβα,
έβαλα τον εγωισμό πάνω από όλα.
Όταν όμως, με άφησες να δω μέσα από τα μάτια σου,
όταν με άφησες να δω μέσα στην καρδιά σου, κατάλαβα.
Σε κατάλαβα, μάτια μου.

Και τώρα άλλο ένα μαύρο βράδυ περνάω μακρυά σου.
Περνάω την μέρα μου και σε σκέφτομαι,
μόνο εσένα σκέφτομαι.
Μια ακόμη ανάμνηση, η συνάντηση μας εκείνη.
Άλλη μια φορά που έχω να θυμάμαι. 
Ζω και πάλι για να περιμένω την επόμενη φορά,
που θα δω ξανά τα μάτια σου.
Ένα νόημα στη ζωή μου, να έρθει γρήγορα.
η στιγμή που θα σε δω ξανά...

Καληνύχτα μάτια μου...