Μέσα στην ζεστασιά του κρεβατιού, κάτω από τα σκεπάσματα, πλέον κανένα φόβο δεν είχε.
Θυμάμαι, μετά από ότι είχε συμβεί έτρεξε αμέσως στο κρεβάτι της, σκεπάστηκε ως την κορφή και ένιωθε ξανά ασφάλεια. Ήταν σαν να ζούσε σε ένα όνειρο και απλά ξύπνησε κάτω από τα σκεπάσματα.
Όλα όμως ξεκίνησαν όταν αποφάσισε να σηκωθεί από την ηρεμία και την ασφάλεια που της προσέφερε το κρεβάτι της! Η αλήθεια είναι πώς πέρασε πολλά μερόνυχτα κοιτώντας τους τοίχους ενός δωματίου. Ένιωθε πια πως το δωμάτιο εκείνο μίκραινε όλο και πιο πολύ, ένιωθε πως το οξυγόνο τελείωνε, οι τείχη άρχισαν να την καταπίνουν, τρομαγμένη βγήκε έξω. Χτυπούσε η καρδιά της τόσο δυνατά που αυτό την έκανε να θυμηθεί πως μονάχα συγκεκριμένες στιγμές στην ζωή της είχε νιώσει αυτό το αίσθημα! Όντως μονάχα τότε, τότε που περίμενε να δει τον μοναδικό άντρα που αγάπησε πραγματικά, τον πρώτο άντρα που ερωτεύτηκε, ένιωθε αυτό το αίσθημα.
Πάνω στην αγωνία και τον πόνο που την κυρίευε, πήρε την απόφαση να επισκεφθεί αυτόν που σαν κοίταζε τα δύο του μάτια, γαλήνευε. Τα μάτια του έμοιαζαν με χάντρες φυλαχτού, λες και είχαν πάρει όλη την λάμψη, το χρώμα, την ομορφιά όλου του ουρανού. Κάθε φορά που κοίταζε ψηλά στον ουρανό μόνο σκοτάδι διέκρινε μιας και τα μάτια του είχαν πάρει όλη την λάμψη.
Όπως το σκέφτηκε, έτσι και έγινε, τον επισκέφθηκε. Κάθε φορά που βρίσκονταν ήταν διαφορετική άλλοτε του έκρυβε την αγάπη, τον έρωτα και άλλοτε του έδειχνε με όλη της την δύναμη τον πόθο που είχε για εκείνον. Ποτέ δεν είχε τολμήσει να του πει τα συναισθήματα της, ποτέ. Από φόβο, από δειλία δεν γνώριζε.
Φτάνει στην εξώπορτα και σαν κοιτάζει βλέπει μια γυναίκα να κρατά αγκαλιά.
Γιατί να την είχε πειράξει τόσο; Τον είχε δει πολλές φορές μαζί της. Τι ήταν εκείνο που τόσο πολύ πια την ενόχλησε; Τι μπορούσε να είναι πέρα από πόνος. Κοιμόταν και ξυπνούσε με την θύμηση του. Έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν να την κρατά αγκαλιά και να την ζεσταίνει καθώς έτρεμε στα χέρια του. Φανταζόταν να κοιμάται και να ξυπνά στο πλάι του. Ένιωθε να την φιλά κάθε που έκλεινε τα μάτια της. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους που την έκαναν να πονέσει για άλλη μια φορά.
Τι να έκανε; Μήπως να διέκοπτε την τρυφερή στιγμή, πράγμα που ήθελε όσο τίποτε άλλο. Μήπως να έφευγε; Αν όμως κατά τύχει την είχαν δει; Έκανε ένα νευρικό ήχο λες και σκοπό είχε να την ακούσουν. Τα κατάφερε και εκείνος γύρισε, ξαφνικά και εντελώς απότομα σηκώθηκε. Αποτραβήχτηκε από τα χέρια εκείνης της γυναίκας και έτρεξε στην πόρτα να ανοίξει ώστε να μπει η κοπέλα αυτή. Του μιλά, άρχισε τις δικαιολογίες του τύπου ήμουν εδώ κοντά και απλά είπα να περάσω. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα και σαν την κοιτά την παίρνει αγκαλιά. Την ρώτησε την συμβαίνει και αμέσως καθώς βρίσκεται στην αγκαλιά του ξεσπά σε κλάματα. Δεν μπορούσε να την συνεφέρει, δεν τα κατάφερνε. Ζήτησε από την γυναίκα που ήταν μαζί του να φύγει. Εκείνη το δίχως άλλο έφυγε, χωρίς να τους κοιτάξει, χωρίς να πει λέξη. Άλλωστε δεν είχε τίποτα να πει μιας και με τα μάτια της μόνο είχε καταφέρει να δείξει στην μικρή εκείνη φίλη του, πόσο πολύ μίσος ένιωθε για εκείνη.
Πέρασε αρκετή ώρα για να συνέλθει η μικρή. Δεν την είχε αφήσει λεπτό από την αγκαλιά του. Της σκούπιζε τα δάκρυα της φιλούσε το μέτωπο. Γυρίζει τον κοιτά και του λέει σ'αγαπάω, σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Σ'αγαπάω πιο πολύ και από την ίδια μου την ζωή και με πονάει αφάνταστα να μην σε έχω. Σήκωσε λίγο το κεφάλι της και το φίλησε. Πρώτη φορά τον είδε να παγώνει, να μην λέει λέξη. Δεν μπορούσε να ακούσει καμία απάντηση από τα χείλη του. Αρχίζει λοιπόν να τον φιλά, συνεχίζει και εκείνος εκεί, καθόταν και ανταποκρινόταν στο κάλεσμα του πόθου της. Η μικρή δεν καταλάβαινε αν το ήθελε πραγματικά εκείνος , αλλά ένιωθε πάθος στα φιλιά του. Μια απεριόριστη έλξη. Την σηκώνει, την κρατά καλά στα χέρια του και προχωράνε προς το κρεβάτι. Στιγμή που ονειρευόταν ολόκληρα χρόνια της ζωής της τώρα είχε φτάσει. Απολάμβανε κάθε χάδι του, κάθε στιγμή που τα χέρια του ακουμπούσαν το κορμί της. Την έκανε δική του. Άλλη μια γυναίκα που μπλέκονταν στα δίκτυα του.
Μετά την ονειρική εκείνη στιγμή, έμειναν να κοιτάζονται. Δεν σταμάτησε λεπτό να την ακουμπά και να χαϊδεύει το κορμί της. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί προσπάθησε να της μιλήσει. Εκείνη αντιστάθηκε να ακούσει οτιδήποτε. Προφανώς φοβόταν ακόμη και εκείνη την στιγμή, μετά από ότι έζησαν, να ακούσει την άρνηση. Έτσι λοιπόν το σταμάτησε με ένα φιλί και άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Τον εξέπληξε για πολλοστή φορά. Έτοιμη να φύγει την τραβά στο μέρος του, την αγκαλιάζει και την φιλά. Ήταν σα να μην ήθελε να την αφήσει να φύγει, προσπάθησε να την κρατήσει μα ο φόβος ήταν και πάλι ο νικητής ανάμεσα τους.
Τρέχοντας πια εκείνη έφυγε, μετά από πολύ ώρα που προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί φτάνει και πάλι στην αφετηρία. Μπαίνει ξανά σε εκείνο το δωμάτιο, κλείνεται μέσα στους δυνατούς παλμούς της καρδιάς της, πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα. Ξαπλωμένη ξανά στο κρεβάτι της σκεπάζεται ως την κορφή και παρακαλά να μην ξυπνήσει από το όνειρο.
Θυμάμαι, μετά από ότι είχε συμβεί έτρεξε αμέσως στο κρεβάτι της, σκεπάστηκε ως την κορφή και ένιωθε ξανά ασφάλεια. Ήταν σαν να ζούσε σε ένα όνειρο και απλά ξύπνησε κάτω από τα σκεπάσματα.
Όλα όμως ξεκίνησαν όταν αποφάσισε να σηκωθεί από την ηρεμία και την ασφάλεια που της προσέφερε το κρεβάτι της! Η αλήθεια είναι πώς πέρασε πολλά μερόνυχτα κοιτώντας τους τοίχους ενός δωματίου. Ένιωθε πια πως το δωμάτιο εκείνο μίκραινε όλο και πιο πολύ, ένιωθε πως το οξυγόνο τελείωνε, οι τείχη άρχισαν να την καταπίνουν, τρομαγμένη βγήκε έξω. Χτυπούσε η καρδιά της τόσο δυνατά που αυτό την έκανε να θυμηθεί πως μονάχα συγκεκριμένες στιγμές στην ζωή της είχε νιώσει αυτό το αίσθημα! Όντως μονάχα τότε, τότε που περίμενε να δει τον μοναδικό άντρα που αγάπησε πραγματικά, τον πρώτο άντρα που ερωτεύτηκε, ένιωθε αυτό το αίσθημα.
Πάνω στην αγωνία και τον πόνο που την κυρίευε, πήρε την απόφαση να επισκεφθεί αυτόν που σαν κοίταζε τα δύο του μάτια, γαλήνευε. Τα μάτια του έμοιαζαν με χάντρες φυλαχτού, λες και είχαν πάρει όλη την λάμψη, το χρώμα, την ομορφιά όλου του ουρανού. Κάθε φορά που κοίταζε ψηλά στον ουρανό μόνο σκοτάδι διέκρινε μιας και τα μάτια του είχαν πάρει όλη την λάμψη.
Όπως το σκέφτηκε, έτσι και έγινε, τον επισκέφθηκε. Κάθε φορά που βρίσκονταν ήταν διαφορετική άλλοτε του έκρυβε την αγάπη, τον έρωτα και άλλοτε του έδειχνε με όλη της την δύναμη τον πόθο που είχε για εκείνον. Ποτέ δεν είχε τολμήσει να του πει τα συναισθήματα της, ποτέ. Από φόβο, από δειλία δεν γνώριζε.
Φτάνει στην εξώπορτα και σαν κοιτάζει βλέπει μια γυναίκα να κρατά αγκαλιά.
Γιατί να την είχε πειράξει τόσο; Τον είχε δει πολλές φορές μαζί της. Τι ήταν εκείνο που τόσο πολύ πια την ενόχλησε; Τι μπορούσε να είναι πέρα από πόνος. Κοιμόταν και ξυπνούσε με την θύμηση του. Έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν να την κρατά αγκαλιά και να την ζεσταίνει καθώς έτρεμε στα χέρια του. Φανταζόταν να κοιμάται και να ξυπνά στο πλάι του. Ένιωθε να την φιλά κάθε που έκλεινε τα μάτια της. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους που την έκαναν να πονέσει για άλλη μια φορά.
Τι να έκανε; Μήπως να διέκοπτε την τρυφερή στιγμή, πράγμα που ήθελε όσο τίποτε άλλο. Μήπως να έφευγε; Αν όμως κατά τύχει την είχαν δει; Έκανε ένα νευρικό ήχο λες και σκοπό είχε να την ακούσουν. Τα κατάφερε και εκείνος γύρισε, ξαφνικά και εντελώς απότομα σηκώθηκε. Αποτραβήχτηκε από τα χέρια εκείνης της γυναίκας και έτρεξε στην πόρτα να ανοίξει ώστε να μπει η κοπέλα αυτή. Του μιλά, άρχισε τις δικαιολογίες του τύπου ήμουν εδώ κοντά και απλά είπα να περάσω. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα και σαν την κοιτά την παίρνει αγκαλιά. Την ρώτησε την συμβαίνει και αμέσως καθώς βρίσκεται στην αγκαλιά του ξεσπά σε κλάματα. Δεν μπορούσε να την συνεφέρει, δεν τα κατάφερνε. Ζήτησε από την γυναίκα που ήταν μαζί του να φύγει. Εκείνη το δίχως άλλο έφυγε, χωρίς να τους κοιτάξει, χωρίς να πει λέξη. Άλλωστε δεν είχε τίποτα να πει μιας και με τα μάτια της μόνο είχε καταφέρει να δείξει στην μικρή εκείνη φίλη του, πόσο πολύ μίσος ένιωθε για εκείνη.
Πέρασε αρκετή ώρα για να συνέλθει η μικρή. Δεν την είχε αφήσει λεπτό από την αγκαλιά του. Της σκούπιζε τα δάκρυα της φιλούσε το μέτωπο. Γυρίζει τον κοιτά και του λέει σ'αγαπάω, σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Σ'αγαπάω πιο πολύ και από την ίδια μου την ζωή και με πονάει αφάνταστα να μην σε έχω. Σήκωσε λίγο το κεφάλι της και το φίλησε. Πρώτη φορά τον είδε να παγώνει, να μην λέει λέξη. Δεν μπορούσε να ακούσει καμία απάντηση από τα χείλη του. Αρχίζει λοιπόν να τον φιλά, συνεχίζει και εκείνος εκεί, καθόταν και ανταποκρινόταν στο κάλεσμα του πόθου της. Η μικρή δεν καταλάβαινε αν το ήθελε πραγματικά εκείνος , αλλά ένιωθε πάθος στα φιλιά του. Μια απεριόριστη έλξη. Την σηκώνει, την κρατά καλά στα χέρια του και προχωράνε προς το κρεβάτι. Στιγμή που ονειρευόταν ολόκληρα χρόνια της ζωής της τώρα είχε φτάσει. Απολάμβανε κάθε χάδι του, κάθε στιγμή που τα χέρια του ακουμπούσαν το κορμί της. Την έκανε δική του. Άλλη μια γυναίκα που μπλέκονταν στα δίκτυα του.
Μετά την ονειρική εκείνη στιγμή, έμειναν να κοιτάζονται. Δεν σταμάτησε λεπτό να την ακουμπά και να χαϊδεύει το κορμί της. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί προσπάθησε να της μιλήσει. Εκείνη αντιστάθηκε να ακούσει οτιδήποτε. Προφανώς φοβόταν ακόμη και εκείνη την στιγμή, μετά από ότι έζησαν, να ακούσει την άρνηση. Έτσι λοιπόν το σταμάτησε με ένα φιλί και άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Τον εξέπληξε για πολλοστή φορά. Έτοιμη να φύγει την τραβά στο μέρος του, την αγκαλιάζει και την φιλά. Ήταν σα να μην ήθελε να την αφήσει να φύγει, προσπάθησε να την κρατήσει μα ο φόβος ήταν και πάλι ο νικητής ανάμεσα τους.
Τρέχοντας πια εκείνη έφυγε, μετά από πολύ ώρα που προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί φτάνει και πάλι στην αφετηρία. Μπαίνει ξανά σε εκείνο το δωμάτιο, κλείνεται μέσα στους δυνατούς παλμούς της καρδιάς της, πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα. Ξαπλωμένη ξανά στο κρεβάτι της σκεπάζεται ως την κορφή και παρακαλά να μην ξυπνήσει από το όνειρο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου